Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ο συσχετισμός δυνάμεων και οι εκλογές



ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ Κυριακή 27 Σεπτέμβρη 2015
Στην ανακοίνωση «Για το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 20ής Σεπτέμβρη», η ΚΕ του ΚΚΕ σημειώνει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα «εκφράζει το συνολικό αρνητικό ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, τη γενικότερη υποχώρηση του εργατικού - λαϊκού κινήματος σε συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, το επίπεδο της ταξικής πάλης στη χώρα μας και διεθνώς (...)
Το γενικό εκλογικό αποτέλεσμα εκφράζει σταθεροποίηση της αναδίπλωσης, της παθητικής αναμονής και συντηρητικοποίησης ενός μεγάλου τμήματος του λαού. Είναι σε βάρος των εργαζομένων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, των ανέργων, των παιδιών τους, των συνταξιούχων».
Πράγματι, η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων από τα λαϊκά στρώματα ψήφισε κόμματα που από την επομένη κιόλας των εκλογών «σηκώνουν τα μανίκια» για να τσακίσουν ό,τι απέμεινε όρθιο από τα εργατικά - λαϊκά δικαιώματα. Για παράδειγμα, περίπου το 80% των ψήφων κατευθύνθηκε στα κόμματα που ψήφισαν το τρίτο μνημόνιο, το οποίο περιλαμβάνει τα δύο προηγούμενα και πρόσθετα αντιλαϊκά μέτρα.
Τι δείχνει αυτό; Οτι η αστική τάξη, που έχει την πραγματική εξουσία και την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητά της να χειραγωγεί και να ενσωματώσει με διάφορους τρόπους τη λαϊκή δυσαρέσκεια, να την εκτρέπει σε δρόμους ανώδυνους για τον πυρήνα των συμφερόντων της.
Σημαίνει, επίσης, ότι έχει την ικανότητα να παρουσιάζει σαν αδιαμφισβήτητο μονόδρομο τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και μέσα εκεί να εναλλάσσει τις διάφορες συνταγές διαχείρισης. Με αυτή την έννοια, ο ταξικός συσχετισμός είναι αρνητικός στο σύνολό του για τους εργαζόμενους και το λαό.

Σε πολιτικό επίπεδο, αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι και σ' αυτές τις εκλογές κυρίαρχες αναδείχτηκαν οι δυνάμεις που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από την εκλογική τους κατάταξη, από το ποιος έγινε κυβέρνηση και ποιος αντιπολίτευση, από το ποιος μπήκε στη Βουλή και ποιος έμεινε απ' έξω.
Σε τελική ανάλυση, τα κόμματα που συγκέντρωσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των ψήφων, έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: Επιδιώκουν την ανάκαμψη της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, υπερασπίζονται τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ σαν στρατηγική επιλογή της αστικής τάξης (τουλάχιστον για την ώρα) και θεωρούν έξω από κάθε πραγματικότητα ν' αμφισβητείται σήμερα ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης, επιδιώκουν την σταθερή ενσωμάτωση των εργαζομένων σε αυτούς τους στόχους.
Η κρίση και η αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού
Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι οι παράγοντες που επιδρούν και στο εκλογικό αποτέλεσμα δε διαμορφώνονται τις παραμονές των εκλογών. Ούτε βέβαια μπορεί ένα εκλογικό αποτέλεσμα να φέρει ριζικές ανατροπές στο συσχετισμό υπέρ των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Σε ό,τι αφορά ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης, οι εξελίξεις στην οικονομία και οι διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα επέδρασαν καθοριστικά στις λαϊκές συνειδήσεις και ανάλογα διαμορφώνεται η εκλογική συμπεριφορά.
Η διαπίστωση αυτή δεν είναι καινούρια. Το ΚΚΕ είχε επισημάνει έγκαιρα ότι η καπιταλιστική κρίση δεν οδηγεί απαραίτητα σε άνοδο του ριζοσπαστισμού, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε αναδίπλωση του κινήματος, σε μεγαλύτερη συντηρητικοποίηση μεγάλων τμημάτων του λαού. Η πορεία αυτή είναι εμφανής στην Ελλάδα κυρίως μετά το 2010.
Συμβολή σ' αυτό δεν έχουν μόνο οι εξελίξεις στην οικονομία, η προσπάθεια της εργοδοσίας και των παραδοσιακών αστικών κομμάτων να φορτώσουν την κρίση στους εργαζόμενους και το λαό. Σημαντικό ρόλο στην Ελλάδα έπαιξε και η άνοδος του ρεφορμισμού, που εκφράστηκε κατά κύριο λόγο με την εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ και την ανάδειξή του σε κυβέρνηση.
Στο κλίμα φόβου και τρομοκρατίας που καλλιεργούσε η εργοδοσία από τα πρώτα κιόλας χρόνια της κρίσης, στα μέτρα που έπεφταν βροχή μετά το πρώτο μνημόνιο, ήρθε να προστεθεί η παρέμβαση δυνάμεων απ' όλο το πολιτικό φάσμα, με την ομπρέλα του «αντιμνημονιακού», που πρόβαλλαν την αναγκαιότητα ενός άλλου μείγματος διαχείρισης του καπιταλισμού ως λύση για το λαό.
Κάτω από το βάρος της ραγδαίας επιδείνωσης της ζωής του λαού και με την ανοιχτή παρέμβαση μερίδων της αστικής τάξης που είχαν αντικειμενικό συμφέρον από ένα λιγότερο περιοριστικό «μοντέλο» διαχείρισης της κρίσης, δημιουργήθηκε ένα ισχυρό ρεφορμιστικό ρεύμα, ενσωματώνοντας κάθε ίχνος ριζοσπαστισμού, καταφέρνοντας μια μεγάλη υποχώρηση στη διεκδίκηση δικαιωμάτων και αναγκών ακόμα και στην υπεράσπιση όσων έχαναν οι εργαζόμενοι.
Αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης ήταν η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβέρνηση τον περασμένο Γενάρη και μάλιστα σε συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, ένα κόμμα με εθνικιστικές, ρατσιστικές και αντικομμουνιστικές αναφορές, που αναδείχτηκε μέσα από τις συνολικότερες διεργασίες αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού.
Συσκότιση των πραγματικών διαχωριστικών γραμμών και της διεξόδου
Όλα αυτά ανατροφοδότησαν τη γενικότερη πορεία υποχώρησης του κινήματος. Σε μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, παλιός και νέος εργοδοτικός - κυβερνητικός συνδικαλισμός προώθησαν σαν στόχο πάλης την κυβερνητική αλλαγή και την απαλλαγή από τα μνημόνια σαν όρο ικανό και αναγκαίο για να ανακουφιστεί ο λαός, χωρίς σύγκρουση με την εργοδοσία, την ΕΕ, τα κόμματά της. Χωρίς την προετοιμασία για σκληρούς ταξικούς αγώνες, που θα αμφισβητούν το κεφάλαιο, την ΕΕ και την εξουσία τους.
Οι δυνάμεις αυτές σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο είχαν καθοριστική συμβολή στη συγκάλυψη του χαρακτήρα και των πραγματικών αιτιών της καπιταλιστικής κρίσης, στον εξωραϊσμό της ιμπεριαλιστικής ΕΕ και μάλιστα σε μια περίοδο που μέσα από την όξυνση των ανταγωνισμών και των αντιφάσεων στο εσωτερικό της, αποκαλυπτόταν ο αντιδραστικός χαρακτήρας της.
Την περίοδο της κρίσης, κάτω από το μανδύα του «αντιμνημόνιου», φούντωσαν αντιλήψεις όπως ότι ο λαός και τα αφεντικά έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι στους «ισχυρούς της ΕΕ», ότι η έξοδος από την κρίση είναι κοινή για το κεφάλαιο και το λαό.
Θάφτηκαν πιο βαθιά οι αληθινές διαχωριστικές γραμμές, οι πραγματικές ταξικές αντιθέσεις που όμως στη πραγματικότητα οξύνονταν στην Ελλάδα και παγκόσμια. Στη θέση τους ενισχύθηκαν παλιές και αναδύθηκαν νέες, εντελώς πλαστές, που συσκότιζαν τη βάση των αντιπαραθέσεων και των συμμαχιών στο εσωτερικό της ΕΕ και παγκόσμια.
Κυρίως, όμως, ενισχύθηκε το εξής: Αντί ο λαός να βλέπει στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία την αιτία της κρίσης και των λαϊκών προβλημάτων, αντί να βλέπει τη διέξοδο στον οργανωμένο ταξικό αγώνα για την ανατροπή της, έβλεπε και βλέπει μια καπιταλιστική οικονομία που σπαράσσεται από την κρίση κι αν δεν ανακάμψει με τη δική του συμβολή, αν δεν πάρει μπροστά, δεν πρόκειται και ο ίδιος να δει χαΐρι.
Αντί να δει στα κόμματα του κεφαλαίου τις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας αντιλαϊκής στρατηγικής, βλέπει «εναλλακτικές» προτάσεις διαχείρισης, που αν εφαρμοστούν, θα προσφέρουν τάχα σχετική ανακούφιση. Βλέπει λύση «από τα πάνω» σε προβλήματα που μόνο η ταξική πάλη και η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μπορούν να επιλύσουν.
Χειραφέτηση από την αστική ιδεολογία και την πολιτική
Γι' αυτή την αλλαγή των συσχετισμών, μόνο το ΚΚΕ με τις δυνάμεις του στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και όσοι αγωνιστές συμπαρατάσσονται με τους κομμουνιστές πάλεψαν και παλεύουν, σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μέσα στο αρνητικό περιβάλλον που ούτως ή άλλως δημιουργεί η υποχώρηση του κινήματος, όχι μόνο στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά και διεθνώς.
Τι γίνεται, όμως, ακόμα και στις περιπτώσεις που ένας κομμουνιστής, ένας πρωτοπόρος αγωνιστής αναλάβει να καθοδηγήσει την οργάνωση της πάλης σ' ένα χώρο δουλειάς; Τα παραδείγματα για τη στάση της εργοδοσίας είναι αμέτρητα. Διώξεις, «προειδοποιήσεις» και απολύσεις συνδικαλιστών είναι στην ημερήσια διάταξη του κεφαλαίου, που αξιοποιεί γι' αυτό το σκοπό όλο το νομικό οπλοστάσιο του αστικού κράτους. Μάλιστα, το οπλοστάσιο αυτό αναμένεται να ενισχυθεί κι άλλο, με την αλλαγή προς το χειρότερο του συνδικαλιστικού νόμου.
Η εργοδοσία έχει το πάνω χέρι και περιφρουρεί με όλα τα μέσα το συσχετισμό σε βάρος των εργαζομένων, ο οποίος διαμορφώνεται κατά βάση εκεί που πραγματώνεται η ταξική εκμετάλλευση, εκεί που παράγεται η υπεραξία. Αν δε γίνουν θαρρετά βήματα ανασύνταξης του κινήματος στους κλάδους και στους τόπους δουλειάς, αν δεν γίνουν βήματα στην προώθηση της λαϊκής συμμαχίας, αν δεν ενισχυθεί η αντιμονοπωλιακή- αντικαπιταλιστική κατεύθυνση της πάλης δεν θα υπάρξουν ευνοϊκές αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης για το λαό πολύ περισσότερο ανατροπή του.
Εκεί είναι που πρέπει το επόμενο διάστημα να δοθεί το βάρος, ακόμα πιο αποφασιστικά. Οπως σημειώνεται στην ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ, «το ΚΚΕ θα αξιοποιήσει την πολιτική, εκλογική και κοινοβουλευτική του δύναμη στην τιτάνια προσπάθεια που χρειάζεται να γίνει από εδώ και μπρος για την ανασύνταξη και ενδυνάμωση του εργατικού κινήματος, ευρύτερα του λαϊκού κινήματος, την ισχυροποίηση της Λαϊκής Συμμαχίας, για να δυναμώσει η γραμμή της αντεπίθεσης και της ρήξης, της συνολικής αμφισβήτησης και αντίθεσης με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, την ΕΕ και την πολιτική που στηρίζει αυτόν το δρόμο.
Η συγκέντρωση δυνάμεων σε αυτήν την κατεύθυνση, η πολιτική χειραφέτηση του εργαζόμενου λαού από ψεύτικα διλήμματα και σκοπέλους που καλλιεργεί το αστικό πολιτικό σύστημα, μέσα από την εναλλαγή κομμάτων και προσώπων σε διάφορους ρόλους, είναι προϋπόθεση για την αγωνιστική παρεμπόδιση αντιλαϊκών μέτρων και την απόσπαση επιμέρους κατακτήσεων, μέχρι την οριστική ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος».

Π. Κ.